Follow by Email

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Έτσι απλά.

Πίνω τον καφέ μου σε φάση χάνομαι και ρεμβάζω για άλλη μια φορά.
Ανάβω τσιγάρο (ναι ντρέπομαι, ξανακύλησα, δείξτε κατανόηση) και σκέφτομαι την ματαιότητα της ύπαρξης. Τον πόνο που στη πλειοψηφία βιώνουμε, τα επαγγελματικά αδιέξοδα, τον θάνατο (all time classic) και όλα τα κακά της μοίρας μας. Παίρνω και αυτό το βαθυστόχαστο κουρασμένο υφάκι και το μυαλό μαυρίζει πιο πολύ και από τους πνεύμονες όταν γεμίζουν νικοτίνη.
Στο διπλανό τραπεζάκι σκάει μύτη μια χαρούμενη δυναμική 55αρα. Ευθυτενής δείχνει ότι παίρνει την πέτρα και την στύβει.
Αντίθετα εγώ αν και νεότερη από τις βαριές σκέψεις δείχνω ότι η πέτρα με έβαλε κάτω και με έστυψε! Μου έρχεται στο μυαλό o Baudelaire και το αγαπημένο μου ποίημα.
«Αυτή η ζωή είναι ένα νοσοκομείο
όπου ο κάθε άρρωστος διακατέχεται
από την επιθυμία να αλλάξει κρεβάτι»
Ελεύθερη  μετάφραση, καθότι έχουμε  και 20 χρόνια να  εξασκήσουμε την Γαλλικήν.
Που λέτε, εκείνη την ώρα που σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει ο ποιητής,  (για να μην με περάσετε για τελείως τρελή να αναφέρω ότι ήμουν σε κυλικείο νοσοκομείου) η κυρία μου πιάνει την κουβέντα.
Γιαγιά του παιδιού που νοσηλευόταν αντικαθιστούσε τους γονείς.
«Πολύ νέα για γιαγιά» της λέω. «Καλά πόσο ετών παντρευτήκατε;»
«Στα 18» μου λέει. «Πριν μεγάλωνα τα αδέλφια μου. Από τα 10 μου έπλενα και φρόντιζα εννιά παιδιά!»
«Πω πω τι κρίμα  να μην ζήσετε τα παιδικά σας χρόνια…» ξεστομίζω αυθορμήτως.
Με κοιτάει με μάτια γουρλωτά και νιώθω όπως αυτός στην διαφήμιση «καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς» γιατί είμαι για άλλη μια φορά εκτός πραγματικότητας.
«Ποια παιδικά χρόνια μωρέ. Και τι θα άλλαζε δηλαδή;»
Παίρνει φόρα και συνεχίζει την αφήγηση αφού εγώ καταπίνω την γλώσσα μου.
«Μια μέρα μου λέει η μάνα μου, από εδώ και πέρα εσύ είσαι υπεύθυνη για παιδιά. Εγώ έχω τα χωράφια. Φτιάξε κότα και τάισε τα. Φτιάξε κότα, σήμαινε, σφάχτη και μαγείρεψε την».
«Και την σφάξατε;» την ρωτάω εμβρόντητη.
«Γιατί μπορούσα να κάνω και αλλιώς;  Και την έσφαξα, και την ξεπουπούλιασα και το ντουφέκι έπαιρνα και σκότωνα πουλιά όταν δεν είχε φαγητό. Όλα τα έκανα. Μ’ άφησε μια χρονιά για  τρεις μήνες τελείως μόνη όταν αρρώστησε ο πατέρας μου και ήρθαν Αθήνα. Όλα όμως τα έβγαλα πέρα».
Γελάει δυνατά και είναι υπερήφανη.
Εγώ σκέφτομαι τα δικά μου παιδικά χρόνια. Αναρωτιέμαι, αν ήταν αλλιώς, σήμερα θα είχα την πολυτέλεια να αναζητώ το υψηλόν νόημα και να σκορπώ σε σκέψεις ατέρμονες;
Πόσο ωφέλιμα είναι τελικά όλα αυτά;
Η άγνωστη μου χαμογελάει. «Σε προβλημάτισα;» με ρωτάει.
«Λίγο» της λέω. «Δεν είμαι σίγουρη τι είναι καλύτερο τελικά για τον άνθρωπο».
«Τι κάθεσαι και σκέφτεσαι μωρέ; Την ζωή την ζεις όπως σου έρθει».
«Έτσι απλά;"

«Έτσι, τόσο απλά…….»